Ἦταν
κάποτε ἕνας νέος ποὺ δὲν ἦταν πότε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ποὺ
κουβαλοῦσε.Ὁ φύλακας Ἄγγελος του ἄκουσε τὸ παράπονο τοῦ νέου καὶ τοῦ
εἶπε:
-Ἀφοῦ
ὁ Σταυρὸς τὸν ὁποῖο κουβαλᾶς δέν σοῦ ἀρέσει, διάλεξε ἄλλον
Σταυρό,ὁποῖον θέλεις. Ἔφερε λοιπὸν τὸν νέο σὲ μία πεδιάδα γεμάτη ἀπὸ
Σταυροὺς κάθε εἴδους καὶ κάθε μεγέθους.
Ὁ νέος ἔτρεξε ἐδῶ, ἔτρεξε ἐκεῖ, εἶδε πολλοὺς Σταυροὺς καὶ στὸ τέλος πλησίασε ἕναν...Ἦταν στολισμένος μὲ χρυσὸ καὶ διαμάντια!!!
-Εἶναι ὁ Σταυρὸς ἑνὸς πριγκηπα. Πάρτον ἂν θέλεις, εἶπε ὁ Ἄγγελος.
Ὁ
νέος προσπάθησε νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὸ ἔδαφος ποὺ ἦταν καρφωμένος ἀλλὰ
δὲν μποροῦσε. Δοκίμασε πάλι καὶ πάλι ἀλλὰ δὲν κατωρθωνε νὰ τὸν κινήσει
καν· τόσο πολὺ βαρὺς ἦταν. Παραπέρα εἶδε ἕναν ἄλλον Σταυρό. Ἦταν ἄργυρος
καὶ ἀστραφτερός.